• Ασθένειες
  • Νέα

Ομοιοπαθητική για Αλλεργίες – Ανακούφιση χωρίς παρενέργειες

Allergies Wntimetopisi

Με μια ματιά:

  • Τι είναι οι αλλεργίες; Υπερδραστήριο ανοσοποιητικό που αντιδρά σε γύρη, σκόνη, τροφές, τρίχες – με αποτέλεσμα φτάρνισμα, δάκρυα, φαγούρα, δερματίτιδα ή και άσθμα.
  • Πώς βοηθάει η ομοιοπαθητική; Δεν «κρύβει» τα συμπτώματα σαν τα αντιισταμινικά, αλλά εξισορροπεί το ανοσοποιητικό φυσικά – χωρίς υπνηλία και παρενέργειες.

Αλλεργία: τι είναι και ποιες μορφές μπορεί να έχει

Η αλλεργία είναι μια υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε ουσίες που, για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι φυσιολογικά ακίνδυνες. Οι ουσίες αυτές ονομάζονται αλλεργιογόνα και ο οργανισμός τις αναγνωρίζει λανθασμένα ως «απειλή», ενεργοποιώντας μια έντονη ανοσολογική αντίδραση.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι αλλεργίες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, ειδικά στα παιδιά και τη νεότερη γενιά, για λόγους που θα αναλυθούν στη διάρκεια αυτού του ενημερωτικού άρθρου.

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι πολύ διαφορετικά από άτομο σε άτομο, καθώς στην εκδήλωση μιας αλλεργίας μπορούν να συμμετέχουν πολλά όργανα και συστήματα. Αυτό συχνά υποβαθμίζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των παιδιών, αλλά και ολόκληρης της οικογένειας.

Υπάρχουν διάφορες μορφές αλλεργιών και η διάγνωση από ειδικό είναι απολύτως σημαντική, ώστε να αναγνωριστούν οι πιθανοί κίνδυνοι και να προληφθούν αντιδράσεις που μπορεί να γίνουν ακόμη και απειλητικές για τη ζωή. Για τις διαγνώσεις των αλλεργιών αρμόδιος είναι ο αλλεργιολόγος / παιδοαλλεργιολόγος.

Κύριοι τύποι αλλεργιών

  1. Τροφικές αλλεργίες
Allergia Glouteni
  • Συχνά αλλεργιογόνα είναι:
  • αγελαδινά γαλακτοκομικά,
  • αυγά,
  • ξηροί καρποί,
  • ψάρια,
  • σιτάρι,
  • σόγια.

Πιθανά συμπτώματα:

  • δυσανεξίες, φουσκώματα, διάρροιες,
  • εξανθήματα, κνησμός, κνίδωση,
  • πρήξιμο στα χείλη ή στο πρόσωπο,
  • έμετος,
  • και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο σοβαρές αντιδράσεις, όπως η αναφυλαξία.
  1. Αλλεργική ρινίτιδα

Χαρακτηρίζεται από μόνιμη καταρροή και «μπούκωμα», που μεταβάλλονται ανάλογα με εξωτερικά ερεθίσματα, όπως:

  • γύρη, σκόνη, ακάρεα,
  • επίπεδα υγρασίας,
  • αλλαγές στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.

Συμπτώματα:

  • φτέρνισμα, καταρροή, «βουλωμένη» μύτη,
  • δακρύρροια,
  • φαγούρα στη μύτη (εσωτερικά) και στην υπερώα (ουρανίσκο),
  • ερεθισμός ή φαγούρα στα μάτια.
  1. Άσθμα

Συχνά συνδέεται με περιβαλλοντικά ερεθίσματα και αλλεργιογόνα.

Συμπτώματα:

  • βήχας,
  • συριγμός,
  • δύσπνοια,
  • αίσθημα βάρους ή «σφιξίματος» στο στήθος.
  1. Ατοπική δερματίτιδα (ατοπικό έκζεμα)

Πρόκειται για μια χρόνια φλεγμονώδη δερματική πάθηση που σχετίζεται με αλλεργική προδιάθεση και υπεραντίδραση του ανοσοποιητικού σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Είναι ιδιαίτερα συχνή σε βρέφη και παιδιά. Η ποιότητα ζωής των ατόμων που πάσχουν από ατοπική δερματίτιδα μπορεί να επηρεαστεί δραματικά (Manjra, 2005).

  • Συμπτώματα:
  • ξηρότητα δέρματος,
  • έντονος κνησμός (φαγούρα),
  • συχνότερα εντοπισμένα σε μάγουλα, πίσω από τα γόνατα και στους αγκώνες.
  1. Αλλεργίες σε τσιμπήματα εντόμων

Αφορούν αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος σε δηλητήριο ή άλλες ουσίες που εισέρχονται στο σώμα μέσω του τσιμπήματος. Συνηθισμένα έντομα:

  • σφήκες, μέλισσες,
  • κόκκινα μυρμήγκια,
  • ψύλλοι, κουνούπια.

Οι τύποι αντίδρασης κατατάσσονται σε:

  • ήπιες,
  • μεγάλες τοπικές αντιδράσεις,
  • αναφυλαξία (η οποία απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση).
  1. Φαρμακευτική αλλεργία

Η λήψη φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει διάφορες ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Κάποιες οφείλονται στη φαρμακολογική δράση του ίδιου του φαρμάκου, ενώ περίπου το 15% θεωρούνται αλλεργικές αντιδράσεις (φαρμακευτική αντίδραση υπερευαισθησίας).

Υπολογίζεται ότι οι φαρμακευτικές αντιδράσεις επηρεάζουν πάνω από το 7% του γενικού πληθυσμού και οφείλονται σε ανοσολογικές αποκρίσεις του οργανισμού, ο οποίος αναγνωρίζει τη φαρμακευτική ουσία ως «εχθρό» και κινητοποιεί ένα σύνολο συμπτωμάτων ως απάντηση.

Αλλεργίες & Μικροβίωμα

Τα τελευταία 15 χρόνια, η έρευνα στο ανθρώπινο μικροβίωμα έχει αποσαφηνίσει ότι η ανάπτυξη του ανοσοποιητικού στα πρώτα χρόνια ζωής εξαρτάται από την έκθεση στα μικροβιακά αντιγόνα του εντέρου (Flint, 2022, σ. 169). Καθοριστικοί παράγοντες:

  1. Μικροβίωμα εγκύου: η κατάσταση του εντερικού μικροβιώματος της μητέρας που «κληρονομεί» το έμβρυο.
  2. Τύπος τοκετού: φυσιολογικός vs. καισαρική (ο φυσιολογικός εκθέτει το νεογνό στο μικροβίωμα της γεννητικής περιοχής).
  3. Πρωτόγαλα & αποκλειστικός θηλασμός (6 πρώτοι μήνες): πλούσιο σε ανοσοσφαιρίνες και κύτταρα με κρίσιμους ανοσολογικούς ρόλους, προστατεύει τις βλεννογόνες επιφάνειες κατά την προσαρμογή στο μη στείρο περιβάλλον (Hatherly, 2004).

Ο θηλασμός συνδέεται με διαφορετικό προφίλ εντερικών μικροβιωτών από τη σίτιση με παρασκευάσματα σκόνης (Zivkonic et al., 2011), ευνοώντας γαλακτοβάκιλλους· αντίθετα η σίτιση με φόρμουλα σχετίζεται με αυξημένες αποικίες σταφυλόκοκκου, E. coli, clostridia (Harmsen HJM et al., 2000).

Allergia Se Mwro

Πρώιμες συνταγογραφήσεις αντιβιοτικών συνδέονται με αλλεργικά νοσήματα και δυσανεξίες σε τρόφιμα (HirschAGetal., 2017). Η πρόωρη εισαγωγή στερεών τροφών σχετίζεται με αποδιοργάνωση του μικροβιώματος (Flint, 2022).

  • Επιπλέον, επεξεργασμένα τρόφιμα, η «υπόθεση υγιεινής» και τα φάρμακα επηρεάζουν καθοριστικά το μικροβίωμα, προκαλώντας σε τρυφερά στάδια τη λεγόμενη δυσβίωση.

Αν και η βελτίωση της υγιεινής μείωσε τη θνησιμότητα από λοιμώξεις, η «υπόθεση υγιεινής» (που περιλαμβάνει εμβολιασμούς και συστηματικές αλλοπαθητικές αγωγές) έχει συσχετιστεί με ατοπικές νόσους όπως ατοπικό έκζεμα, αλλεργίες και άσθμα (Teixeira MZ 2002, 2005; Rautava S et al., 2004).

Μελέτες υποστηρίζουν ότι η έλλειψη πρώιμης έκθεσης σε μικροοργανισμούς αυξάνει την ευαισθησία σε αλλεργίες (Hwang JS et al., 2012) και αυτοάνοσα (Belkaid & Hand, 2014), οδηγώντας σε μείωση της μικροβιακής ποικιλότητας με αρνητικές συνέπειες σε διαδοχικές γενιές (Flint, 2022, σ. 109).

Το μικροβίωμα επηρεάζει πολλές δερματοπάθειες· ο άξονας εντέρου–δέρματος έχει μελετηθεί εκτενώς λόγω συννοσηρότητας (ONeill CA et al., 2016).

Η δυσβίωση στον άξονα αυτό σχετίζεται με αλλοιωμένη ανοσολογική απόκριση που προάγει αλλεργικές αντιδράσεις (De Pessemier B et al., 2021).

Η συμβολή της Ομοιοπαθητικής

Homiopathitiki Gia Allergies

Η ομοιοπαθητική προσέγγιση δεν είναι ένα «μοντέρνο» ή νεοεμφανιζόμενο θεραπευτικό σύστημα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) την κατατάσσει στις Παραδοσιακές, Συμπληρωματικές και Ολοκληρωμένες Ιατρικές προσεγγίσεις (Traditional, Complementary and Integrative Medicine – TCIM) και παραθέτω χαρακτηριστικά τη θέση του:

«Για αιώνες, σε όλες τις χώρες, οι άνθρωποι έχουν στραφεί σε παραδοσιακούς θεραπευτές, οικιακές θεραπείες και αρχαίες ιατρικές γνώσεις για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες υγείας και ευημερίας τους».

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση του Π.Ο.Υ. για την Παραδοσιακή και Συμπληρωματική Ιατρική 2019 (WHO Global Report on Traditional and Complementary Medicine), συστήματα παραδοσιακής ιατρικής που χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο – όπως ο βελονισμός, βοτανοθεραπεία, η ιθαγενής παραδοσιακή ιατρική, η ομοιοπαθητική, η παραδοσιακή κινεζική ιατρική,η αγιουρβεδική, η Θιβετιανή, η φυσικοπαθητική, η χειροπρακτική και η οστεοπαθητική – επιλέγονται σε 170 κράτη-μέλη του Π.Ο.Υ., όπου και αναφέρεται η συστηματική χρήση της παραδοσιακής ιατρικής από τους πληθυσμούς τους.

Η παραδοσιακή ιατρική θεωρείται μερικές φορές «προεπιστημονική» και λανθασμένα ότι οι πρακτικές και οι προσεγγίσεις της πρέπει να αντικατασταθούν από τη σύγχρονη συμβατική ιατρική, η οποία θεωρείται ανώτερη και αποτελεσματικότερη επειδή βασίζεται στην επιστήμη. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό, ωστόσο, είναι η συμβολή αυτών των παραδόσεων στη σύγχρονη επιστήμη και ιατρική, με παρακαταθήκη μια μακρά ιστορία παραδοσιακών τεχνικών και πρακτικών που αποδεικνύονται αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις ακόμα και σήμερα, συνδράμοντας σε καλύτερες συνθήκες υγείας.»

(https://www.who.int/news-room/feature-stories/detail/traditional-medicine-has-a-long-history-of-contributing-to-conventional-medicine-and-continues-to-hold-promise)

Τους τελευταίους 2,5 αιώνες, η ομοιοπαθητική τιμήθηκε ιδιαίτερα από αριστοκρατικές οικογένειες και την κοινωνική ελίτ, ενώ σε σύγχρονες μελέτες φαίνεται να επιλέγεται συχνότερα από άτομα με ανώτατη εκπαίδευση (Schäfer et al., 2022), υψηλό βιοτικό επίπεδο (Avina et al., 1978), καθώς και από άτομα που έχουν απογοητευτεί από τα αποτελέσματα της συμβατικής ιατρικής (McIntosh et al., 2008).

Όλα αυτά τα χρόνια, η ομοιοπαθητική εντάχθηκε σε νοσοκομεία της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ινδίας και παράλληλα προσφέρεται ιδιωτικά παγκοσμίως (Relton et al., 2017).

Οι μεθοδολογίες ανάλυσης που αξιοποιούν οι ομοιοπαθητικοί για την επιλογή του ομοιοπαθητικού σκευάσματος (homeopathic prescription- homeopathic remedy) στην αντιμετώπιση των αλλεργιών περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις εξής:

  1. Εξατομικευμένη ιδιοσυγκρασιακή προσέγγιση (individualised constitutional prescription)
  2. Εξατομικευμένη οξεία προσέγγιση (individualised acute prescription)
  3. Ισοπαθητική προσέγγιση (isopathic approach)
  4. Πολυφαρμακία / σύνθετα σκευάσματα (complex therapeutics / polypharmacy)
  5. Κληρονομική / μιάσματική προσέγγιση (miasmatic prescription using nosodes)

Η ατοπική, μια δύσκολη συνθήκη

Είναι γεγονός ότι οι δερματικές παθήσεις που σχετίζονται με την ατοπική νόσο επηρεάζουν δραματικά την ποιότητα ζωής όχι μόνο του ίδιου του ατόμου, αλλά και ολόκληρης της οικογένειας (Manjra, 2005), σε βαθμό που πολλές φορές χάνεται ακόμη και ο ύπνος (Jeon C. et al., 2017).

Δεν είναι όμως μόνο η ένταση των συμπτωμάτων το πρόβλημα· το αδιέξοδο στην αναζήτηση λύσης για όσα βιώνει ο πάσχων μπορεί να οδηγήσει σε εκνευρισμό, απελπισία και, αρκετές φορές, σε κοινωνική απομόνωση.

Κρέμες που δεν επουλώνουν το ταλαιπωρημένο, «ανοιγμένο» δέρμα, κρέμες που δεν ανακουφίζουν τον κνησμό, λοιμώξεις που εμφανίζονται λόγω λύσης συνέχειας του δέρματος (πληγές που ο πάσχων ξύνει με μανία), εξάρσεις μετά από λήψη «ακατάλληλης» τροφής, λόγω περιβαλλοντικών συνθηκών, υπερευαισθησίας σε χημικό συμβατικό φάρμακο ή έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Σαν μια χύτρα ταχύτητας με υπερλειτουργική βαλβίδα που ηχεί διαρκώς.

Τα άτομα που στράφηκαν στην ομοιοπαθητική είναι συχνά εκείνα που δεν βρήκαν ικανοποιητική λύση με τη συμβατική ιατρική (Itamura et al., 2003) και, ευτυχώς, ηρέμησαν μέσα από τις εξατομικευμένες ομοιοπαθητικές αγωγές τους, τόσο ως προς τη βελτίωση της συνέχειας του δέρματος, τη μείωση του κνησμού, τη βελτίωση της ποιότητας του ύπνου, όσο και ως προς την αυξημένη ευχαρίστηση από την καθημερινότητα και μια γενικότερη αίσθηση ικανοποίησης από τη ζωή τους (Itamura R., 2007).

Ένα επιπλέον τεκμηριωμένο όφελος είναι ότι η ενσωμάτωση της ομοιοπαθητικής αγωγής στην καθημερινότητα ορισμένων ασθενών συσχετίστηκε με μείωση ή και διακοπή της χρήσης χημικών συμβατικών φαρμάκων (Grundling et al., 2012· Silva, 2008).

Στο εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα της ατοπικής νόσου, ιδανικά ο πάσχων συνεργάζεται παράλληλα με ποικίλες ειδικότητες: αλλεργιολόγο, δερματολόγο, φυσικοθεραπευτή/naturopath, ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή/ψυχίατρο (ή συνδυασμούς αυτών), ορθομοριακό ιατρό (functional medicine), καθώς και κλινικό διαιτολόγο–διατροφολόγο.

Καμία ειδικότητα δεν ανταγωνίζεται την άλλη· αντιθέτως, η κάθε μία, μέσα από τη δική της επιστημονική «πυραμίδα», αξιολογεί και παρακολουθεί την πορεία του ασθενούς, συμβάλλοντας σε μια πιο ολιστική φροντίδα.

Αυτό το μοντέλο φροντίδας ασθενών ονομάζεται Integrative Medicine (Greeson J.M. et al., 2008) – ένας καθόλου νέος όρος στην ακαδημαϊκή κοινότητα (Cassidy, 2008), αλλά ακόμη σχετικά άγνωστος στη χώρα μας και μη διαδεδομένος είτε ως έννοια είτε ως δικαίωμα του πολίτη στη θεραπεία εντός του εθνικού συστήματος υγείας. Έτσι, προς το παρόν, με ιδιωτικές παροχές υπηρεσιών ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες.

Έρευνα & Ομοιοπαθητική σε ατοπική δερματίτιδα – ρινίτιδα

Homeopathic Chamolilla

Η έρευνα στην ομοιοπαθητική, παρά τα εμπόδια στη χρηματοδότηση, συνεχίζει να εξελίσσεται, όπως φαίνεται και στην ιστοσελίδα του Homeopathy Research Institute (HRI).

Ερευνητικά δεδομένα που σχετίζονται με τη θεματολογία των αλλεργιών – όπως ατοπική δερματίτιδα, έκζεμα και αλλεργική ρινίτιδα – είναι δημοσιευμένα σε επιστημονικά περιοδικά, συχνά στο πλαίσιο της τεκμηριωμένης ιατρικής (evidence-based data, EBD). Πλήρης πρόσβαση σε αυτά έχουν κυρίως επαγγελματίες υγείας μέσω ετήσιων συνδρομών.

  1. Από μελέτες παρατήρησης (observational studies) «υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία για την κλινική αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής στις αλλεργίες», όπως αναφέρει η Kate Chatfield (Chatfield 2008).
  2. Παραδειγματικά, σε 6ετή μελέτη παρατήρησης, μεταξύ 1997–2003, στο ομοιοπαθητικό νοσοκομείο του Μπρίστολ (Bristol Homeopathic Hospital), καταγράφηκε ότι το έκζεμα και το άσθμα ήταν δύο από τις δέκα πιο συχνά αναφερόμενες διαγνώσεις/παραπομπές για ομοιοπαθητικές συνεδρίες (Spence et al., 2005).
  3. Στη συνέχεια, ο Sevar (2008) ανέλυσε 1.100 ιδιωτικές ομοιοπαθητικές συνεδρίες, με κύριο αίτημα την αντιμετώπιση εκζέματος και άσθματος, σε ιστορικά όπου η συμβατική θεραπεία (conventional medicine) είτε είχε αποτύχει, είτε είχε βοηθήσει μόνο μερικώς χωρίς πλήρη ύφεση, είτε αντενδείκνυτο λόγω παρενεργειών στο ιστορικό του ασθενούς. Στο συμπέρασμα της μελέτης αυτής τονίζεται ότι η αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής είναι υπαρκτή και εμφανίζεται ταχύτερα στα παιδιά.
  4. Διαχρονική μελέτη παρατήρησης 8 ετών, που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία (κλινική Lucca), με συμμετέχοντες ατοπικούς ενήλικες ασθενείς διαγνωσμένους με ατοπική δερματίτιδα, αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα, στόχευσε να καταγράψει τη μακροχρόνια πορεία της νόσου μετά από ομοιοπαθητικές αγωγές. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 69,3% των ατοπικών ενηλίκων παρουσίασε μέτρια ή σημαντική βελτίωση.
  5. Κατά την επαναξιολόγηση μετά από 5–12 χρόνια, παρατηρήθηκε πλήρης ύφεση των ατοπικών συμπτωμάτων στο 69,6% των ενηλίκων ασθενών, ενώ οι ενήλικες με περισσότερες από μία ατοπικές παθήσεις κατά την πρώτη επίσκεψη εμφάνισαν πλήρη ύφεση στο 54,3% των περιπτώσεων (Rossi et al., 2020).
  6. Στην ίδια κλινική (Lucca), μελέτη του 2012 που εξέτασε την έκβαση ατοπικών νοσημάτων σε παιδιά τα οποία λάμβαναν ομοιοπαθητική αγωγή για άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα και τροφικές δυσανεξίες έδειξε σημαντική βελτίωση και υποχώρηση της νόσου (Rossi et al., 2012).
  7. Στην ίδια κλινική της Ιταλίας, αλλά το 2016, μελέτη σε παιδιά έδειξε ότι εκείνα με δύο ή τρεις ατοπικές ασθένειες κατά την πρώτη επίσκεψη παρουσίασαν πλήρη ύφεση στο 40% των περιπτώσεων, ενώ το 75,8% των ατοπικών παιδιών είχε μέτρια ή σημαντική βελτίωση (Rossi et al., 2016).
  8. Το θετικό αποτέλεσμα στην ατοπική δερματίτιδα επιβεβαιώνεται και από τη μελέτη των Mohan & Anandhi (2003), όπου αναφέρθηκαν υψηλά ποσοστά βελτίωσης εντός έξι μηνών.
  9. Σε διπλά τυφλή κλινική δοκιμή, κατά τη διάρκεια περιόδου αλλεργιών από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο, στην μητροπολιτική περιοχή του Φοίνιξ (νοτιοδυτικές ΗΠΑ), ενήλικες με διαγνωσμένα συμπτώματα εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: μία που έλαβε ομοιοπαθητικά σκευάσματα και μία που έλαβε εικονικό φάρμακο (placebo). Διερευνήθηκαν όχι μόνο τα σωματικά συμπτώματα, αλλά και η ποιότητα ζωής, η παραγωγικότητα στην εργασία και η πιθανή έκπτωση της λειτουργικότητας. Οι κλίμακες και τα ερωτηματολόγια έδειξαν σημαντικές διαφορές υπέρ της ομοιοπαθητικής ομάδας σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου (Kim et al., 2005).
  10. Σε μελέτη που διεξήχθη στο Βέλγιο, με συμμετέχοντες άτομα διαγνωσμένα με συμπτώματα ρινοεπιπεφυκίτιδας και αλλεργικής ρινίτιδας, αναφέρθηκε επίσης θετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα με την ομοιοπαθητική αγωγή (Goossens M., 2009).

Επίλογος

Στην αλλεργιολογία είναι πλέον σαφές ότι το μικροβίωμα του εντέρου και του δέρματος παίζει κρίσιμο ρόλο στην εκπαίδευση και ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Όταν η ισορροπία του διαταράσσεται, αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών νοσημάτων. Η αλλεργία ουσιαστικά εμφανίζεται όταν εξωτερικοί παράγοντες (αλλεργιογόνα) προκαλούν αντίδραση υπερευαισθησίας, με παραγωγή ειδικών IgE αντισωμάτων.

Η ομοιοπαθητική μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματική επιλογή στη διαχείριση αλλεργιών, στο πλαίσιο μιας εξατομικευμένης προσέγγισης και σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό, συμβάλλοντας στη βελτιστοποίηση της συμβατικής φροντίδας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδέεται με μείωση της χρήσης συμβατικών φαρμάκων, τα οποία, παρότι είναι συχνά απαραίτητα, ενδέχεται να επιβαρύνουν το σύστημα υγείας και να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες (Silva PP, 2008). Τα θεραπευτικά αποτελέσματα μπορούν, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, να είναι μακροχρόνια (Witt CM et al., 2008).

Οι συμβατικοί ιατροί, όταν συναντούν πολίτες που αναφέρουν ότι έχουν επωφεληθεί από την ομοιοπαθητική, είναι χρήσιμο να ενημερώνονται για τα νεότερα δεδομένα στην παραδοσιακή και στη συμπληρωματική ιατρική, ώστε να πλαισιώνουν τους ασθενείς χωρίς προκαταλήψεις και με σεβασμό στις επιλογές τους (Ziment I et al., 2000).

Βιβλιογραφία

Avina RL, Schneiderman LJ. (1978). Why patients choose homeopathy. West J Med, 128(4):366–9.

Belkaid Y, Hand TW. (2014). Role of the microbiota in immunity and inflammation. Cell, 157(1):121–141.

Cassidy CM. (2008). Some terminology needs… J Altern Complement Med, 14(6):613–5.

Chatfield K. (2008). Allergies, homeopathy and research. The Homeopath, 27(1).

Colin P. (2006). Homeopathy and respiratory allergies: 147 cases. Homeopathy, 95(2):68–72.

De Pessemier B et al. (2021). Gut-Skin Axis… Microorganisms, 9(2):353.

Flint HJ. (2022). Το μικροβίωμα της γαστρεντερικής οδού. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Galvão CES, Castro FFM. (2005). As alergias respiratórias. Revista de Medicina, 84(1):18–24.

Ghosh S et al. (2013). Classical homeopathy in chronic allergic rhinitis. IJPSR, 4(4):1475–1484.

Goossens M et al. (2009). Quality of life after individualized homeopathy… Homeopathy, 98(1):11–16.

Greeson JM et al. (2008). Integrative medicine research… J Altern Complement Med, 14(6):763–7.

Grundling C, Schimetta W, Frass M. (2012). Real-life effect… allergies. Wiener Klin Wochenschr, 124(1–2):11–17.

Harmsen HJM et al. (2000). Intestinal flora in breast-fed vs formula-fed. J Pediatr Gastroenterol Nutr, 30(1):61–7.

Hatherly P. (2004). The homoeopathic physician’s guide to lactation.

Hirsch AG et al. (2017). Early-life antibiotics & allergic disease. Clin Exp Allergy, 47(2):236–244.

Homeopathy Research Institute (HRI): https://www.hri-research.org/

Hwang JS, Im CR, Im SH. (2012). Immune disorders & gut microbiome. Immune Netw, 12(4):129–38.

Itamura R, Hosoya R. (2003). Homeopathic treatment of intractable AD (Japan). Homeopathy, 92(2):108–14.

Itamura R. (2007). Effect of homeopathy in chronic skin disease (Japan). Complement Ther Med, 15(2):115–20.

Jeon C et al. (2017). Sleep disturbance in AD: systematic review. Dermatol Ther (Heidelb), 7(3):349–364.

Kasana V, Bhinda KC. (2016). Lesser Known Homeopathic Medicines… Allergic Rhinitis. J Pharm & Biological Sci, 11(1):8–13.

Kavishwar VN, Ashok AV. (2019). Role of Some Homeopathic Medicines in Allergic Rhinitis. J Drug Delivery & Therapeutics, 9(4):310–312.

Kim LS et al. (2005). RCT: Homeopathic preparation of common allergens. Ann Pharmacother, 39:617–624.

Lima AC, Bem PNI. (2010). Tratamento homeopático da asma infantil. Revista de pesquisa e inovação farmacêutica, 1(2):62–71.

Luisi F et al. (2012). Persistently reduced lung function in pediatric asthma. J Bras Pneumol, 38(2):158–166.

McIntosh C, Ogunbanjo G. (2008). Why do patients consult homeopaths? South African Family Practice, 50(3):69–69c.

Mohan GR, Anandhi KS. (2003). Homeopathy in dermatitis of atopic diathesis. Homoeopathic Links, 16(4):257–260.

Mohan GR. (2007). Homeopathy in childhood asthma. Homoeopathic Links, 20:104–107.

Nayak C et al. (2010). 13 predefined remedies in acute rhinitis (children). Int J High Dilution Res, 9(30):30–42.

Olivier Y. (2013). Homeopathic complex on atopic dermatitis in children. University of Johannesburg (Thesis).

O’Neill CA et al. (2016). Gut–skin axis. BioEssays, 38(11):1167–1176.

Pinto S, Rao AV, Rao A. (2011). RBC & Plasma Antioxidants in Bronchial Asthma pre/post homeopathy. J Homeopathy & Ayurvedic Medicine, 1(1):1–7.

PIAUIENSE JNF et al. (2020). Effectiveness of homeopathy in chronic allergies: integrative review. RSD, 9(2):e139922192.

Rautava S et al. (2004). Hygiene hypothesis – extended. J Pediatr Gastroenterol Nutr, 38(4):378–88.

Relton C et al. (2017). Prevalence of homeopathy use worldwide: SR. Homeopathy, 106(2):69–78.

Rossi E et al. (2012). Homeopathy in pediatric atopy (long-term). Homeopathy, 101(1):13–20.

Rossi E et al. (2016). Pediatric atopy: short & long-term results. Homeopathy, 105(3):217–224.

Rossi E et al. (2020). Atopic adults: short & long-term results (563 patients). Homeopathy, 109(1):A1–A28.

Schäfer T et al. (2002). Alternative medicine in allergies – prevalence & costs. Allergy, 57(8):694–700.

Shafei HF et al. (2012). Individualized homeopathy in asthmatic children. Homeopathy, 101(4):224–230.

Sevar R. (2008). Homeopathic vs conventional in childhood eczema. Complement Ther Med, 16(1):15–21.

Silva PP. (2008). Tratamento homeopático em asma. Instituto de Cultura Homeopática, São Paulo.

Spence DS, Thompson EA, Barron SJ. (2005). 6-year outpatient observational study. J Altern Complement Med, 11(5):793–8.

Teixeira MZ. (2002). Suppression in childhood & future chronic disease? Homeopathy, 91:207–216.

Teixeira MZ. (2005). Debate – hygiene hypothesis revisited. Homeopathy, 94(4):248–251.

Taylor MA et al. (2000). RCT: perennial allergic rhinitis; overview of four trials. BMJ, 321(7259):471–6.

WHO (2019). Global report on traditional and complementary medicine. https://iris.who.int/handle/10665/312342

WHO – Feature story: Traditional medicine’s contribution: https://www.who.int/news-room/feature-stories/detail/traditional-medicine-has-a-long-history-of-contributing-to-conventional-medicine-and-continues-to-hold-promise

Witt CM et al. (2008). 8-year outcomes after homeopathy in chronic illness. BMC Public Health, 8:413.

Ziment I et al. (2000). Alternative medicine for allergy & asthma. J Allergy Clin Immunol, 106(4):603–614.

Αν σου άρεσε μοιράσου το!